απολυμαίνομαι


απολυμαίνομαι
απολυμαίνομαι, απολυμάνθηκα, απολυμασμένος βλ. πίν. 46

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • απολυμαίνω — (Α ἀπολυμαίνομαι) νεοελλ. καταστρέφω τα νοσογόνα μικρόβια αρχ. ( αίνομαι) 1. καθαρίζω με λουτρό 2. εξαγνίζω …   Dictionary of Greek

  • πυρώνω — πυρῶ, όω, ΝΜΑ [πῡρ] 1. πυρακτώνω 2. ζεσταίνω, θερμαίνω κάτι στη φωτιά νεοελλ. 1. (αμτβ.) α) (για πράγμα) πυρακτώνομαι («πύρωσε το σίδερο») β) (για πρόσ. και πράγμα) ζεσταίνομαι πολύ, κορώνω («καθόμουν πολύ ώρα δίπλα στο τζάκι και πύρωσα») γ) μτφ …   Dictionary of Greek

  • ἀπελυμαίνοντο — ἀπελῡμαίνοντο , ἀπολυμαίνομαι cleanse oneself by bathing imperf ind mp 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπελυμηνάμην — ἀπελῡμηνάμην , ἀπολυμαίνομαι cleanse oneself by bathing aor ind mid 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπελυμάνθη — ἀπελῡμάνθη , ἀπολυμαίνομαι cleanse oneself by bathing aor ind pass 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπελυμήναντο — ἀπελῡμήναντο , ἀπολυμαίνομαι cleanse oneself by bathing aor ind mid 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπολυμαινόμενος — ἀπολῡμαινόμενος , ἀπολυμαίνομαι cleanse oneself by bathing pres part mp masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπολυμαίνεσθαι — ἀπολῡμαίνεσθαι , ἀπολυμαίνομαι cleanse oneself by bathing pres inf mp …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπολυμαίνονται — ἀπολῡμαίνονται , ἀπολυμαίνομαι cleanse oneself by bathing pres ind mp 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπολυμαίνοντο — ἀπολῡμαίνοντο , ἀπολυμαίνομαι cleanse oneself by bathing imperf ind mp 3rd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)